Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Καλή Χρονιά


Ξημερώνει η πρώτη του έτους. Πέρασε άλλος ένας χρόνος. Ενας καινούργιος κάνει δειλά τα πρώτα του βήματα. Χωρίς το χτύπημα του κινητού, Χωρίς μήνυμά σου …. χωρίς «Χ.Π.» ….. ούτε από μένα προς σένα, ούτε ανταπάντηση, με τα ίδια δειλά γραμματάκια, δική σου.

Τα παιδιά θέλουν να πάνε για ποτό, για συνέχεια του γλεντιού στο Γκάζι ….. προθυμοποιούμαι εγώ να τα μεταφέρω.

Κίνηση πολύ στο δρόμο. Ολη η Αθήνα είναι έξω … γιορτάζει. Μουσική στο ραδιόφωνο, συζήτηση … περνάει η ώρα …… Φτάνουμε κάποια στιγμή …. αφήνω τα νιάτα να συνεχίσουν (να αρχίσουν?) τη διασκέδασή τους … και μόνος παίρνω το δρόμο της επιστροφής.

Βαριέμαι τα ίδια και τα ίδια στο ραδιόφωνο. Βαριέμαι τη «χαρούμενη» ατμόσφαιρα. Προκατ.

Το χέρι μου αναζητά τα CDs μου. Κάτι σχετικό με τη διάθεσή μου. Ben Webster. Βάζω το CD στην υποδοχή. Με τους πρώτους ήχους από το τενόρο σαξόφωνο του μεγάλου τζαζίστα …. αλλάζει το κλίμα. Η διάθεση. Δεν καλυτερεύει. Απλά έρχεται στα «ίσα» της.

Σκέψεις ….. φυσικά για σένα ….. για την καινούργια χρονιά. Που θέλω να είναι καλή για σένα. Να σου πάρει τα βάσανα, να σου φέρει χαρές ….. Κρυφά μέσα μου …. να σου φέρει …. εμένα. Τη σκέψη μου τουλάχιστον στο νου σου, την ψυχή μου στην ψυχή σου.

Και τότε μου περνάει από το μυαλό. Ο δρόμος της επιστροφής … με μια μικρή παράκαμψη … περνάει από το σπίτι σου. Θέλω να σου πω χρόνια πολλά από κοντά ….. Ξέρω, όχι «πρόσωπο με πρόσωπο» …. δεν γίνεται αυτό, μου το έχεις στερήσει ….. αλλά θα βρω τον τρόπο.

Πλησιάζω …. μια ανατριχίλα αρχίζει να κάνει έντονη την παρουσία της στο δέρμα μου …. σκέφτομαι την πρώτη φορά που σε συνάντησα, στην ίδια περιοχή του σπιτιού σου …. βλέπω το ανθοπωλείο (κλειστό τώρα) που αγόρασα το κόκκινο τριαντάφυλλο που σου χάρισα …. και που κατέληξε στα σκουπίδια, λίγες στιγμές μετά, από το φόβο της αποκάλυψης του «δεσμού» μας. Για σκέψου …. εμείς οι δυο, υπήρξε στιγμή που είχαμε «δεσμό» …..

Στρίβω στο στενό σου. Με μάτια ορθάνοιχτα ψάχνω να βρω το αυτοκίνητό σου. Ναι, το σκέφτηκα. Ετσι θα σου πω χρόνια πολλά. Θα σου γράψω σ’ ένα κομμάτι χαρτί «Χρόνια Πολλά καλή μου. Σου εύχομαι ο καινούργιος χρόνος να σε βρει και να περάσει γεμάτος αγάπη, ηρεμία και υγεία. Σε σκέφτομαι πάντα – Σ.», έτσι χωρίς όνομα, ένα αρχικό. Αν καταλάβεις, κατάλαβες ….

Θα το αφήσω στους υαλοκαθαριστήρες του αυτοκινήτου σου. Αποκλείεται να μην το δεις. Αύριο ή μεθαύριο ίσως, όποτε πας να το πάρεις.

Προχωράω. Δεν το βλέπω όμως. Κάνω το γύρο του τετραγώνου. Δεν κυκλοφορεί ψυχή εκεί γύρω. Το αυτοκίνητο πουθενά όμως. Ανοίγω τον κύκλο. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι το παρκάρισμα εκεί. Ισως έχεις βρει θέση κάπου πιο μακριά. …… Κάνω το μακριά κοντά, ψάχνω όλην την περιοχή … πουθενά.

«Φυσικά», σκέπτομαι, «πρωτοχρονιά είναι, κάπου έχεις πάει. Στο σπίτι συγγενών, φίλων ίσως για να γιορτάσεις μαζύ τους, να μην είσαι μόνη». ….. Και μετά η δαγκωματιά της υποψίας …. της ζήλιας …. «μπορεί να είσαι και με κάποιον άντρα …… τι πιο φυσικό να περάσεις τη νύχτα αυτή, με τον καλό σου, τον τυχερό που απολαμβάνει την προσοχή, τα χάδια και τα φιλιά σου».

Απελπισία πλέον …… το σαράκι έχει χωθεί βαθιά μέσα μου και τρώει, τρώει, τρώει.…..

Λϋση, διέξοδος …… να πάρω τηλέφωνο την κολλητή μου. Να της ευχηθώ χρόνια πολλά, να της πω πού βρίσκομαι, να με βρίσει, να συνέλθω!

Παίρνω ….. ακούγεται δυνατή μουσική και φυσικά δεν με ακούει. Κλείνω. Με παίρνει σε λίγο …. ίδια φασαρία, «με πήρατε τηλέφωνο?» (ούτε το τηλέφωνό μου δεν έχει αναγνωρίσει). «Ναι, ο Σ είμαι, χρόνια πολλά…….» …… «Δεν ακούωωωωω ….. δεν ξέρω ποιος είσαιιιιιιιιι …. αλλά χρόνια πολλάαααααα ….. χορεύω … έχω φύγειιιιιιιιιιιι…………» …..

Κλείνω … δεν έχει νόημα. Θα της τα πω άλλη ώρα.

Ξανά στο αυτοκίνητο. Επιστροφή στο σπίτι ….. Ο Ben ξεφυσάει λιγωμένα …… εγώ. δεν μπορώ να πιστέψω την ατυχία μου. Ούτε αυτό δεν μου κάθησε…… Οϋτε μια ανώνυμη, τρυφερή ευχή ….. Ούτε η κολλητή διαθέσιμη να της πω τον πόνο μου (για άλλη μια φορά!)

Εφτασα. Μπαίνω στο γκαράζ. Καλή χρονιά μάτια μου.


ΥΓ. Κείμενο γραμμένο πριν μερικά χρόνια. Κατάσταση ίδια. Διάθεση ... ακόμα πιο ίδια. Πρόσωπα μόνο "εκλείπουν" . Η κολλητή δεν υπάρχει πια. Στη μνήμη της Ελένης.

Τρίτη 29 Ιουλίου 2008

ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ...... ΑΠΟΥΣΙΑΣ


Πέρασε καιρός από την τελευταία ανάρτηση. Δικαιολογημένη η αγανάκτηση, ίσως και η ανησυχία των λίγων αναγνωστών της.

Το ημερολόγιο δεν «έκλεισε». Παίρνει ολιγοήμερες ανάσες.

Δεν έγινε εξάλλου κάτι το σημαντικό για να μην έχει λόγο ύπαρξης. Όλα βαίνουν …. φυσιολογικά, μέσα στην άγνοια, στην αδιαφορία και στην εγκατάλειψη!

Δεν υπάρχει διάθεση για γραφή. Ούτε καν έμπνευση. Λόγοι υπάρχουν, ποτέ δεν έπαψαν. Το πνεύμα ασθενές. Καλοκαιρινή ραστώνη?

Ισως και μια παροδική, αρχικά ελπιδοφόρα, γνωριμία …. που φάνηκε ότι θα μπορούσε να πάρει το μυαλό από τα «κολλήματα» του …. για να αποδειχθεί (μάλλον) ότι τελικά «εκείνη» ήταν η πιο έντιμη απ’ όλες, ότι παρά τον παρανοϊκό τρόπο σκέψης και λήψης των αποφάσεών της, είχε μια «ντομπροσύνη» και δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει ανθρώπους για δικό της συμφέρον, όσο κι’ αν οι αποφάσεις αυτές ήταν αυτο- (και ετερο-) καταστροφικές.

Ασχετα πάντως από αυτά, σκέψεις υπάρχουν. Και γεγονότα, του παρελθόντος ή του παρόντος, που ίσως αξίζουν ανάλυσης. Και παρότι τόσο «μακριά» … εξελίξεις (σημαντικές ή ασήμαντες, ποιος θα το κρίνει?) υπάρχουν. Όχι ευοίωνες σίγουρα. Συμβάντα που ίσως παίξουν κάποιο ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Αν θα υπάρξει εξέλιξη, αν θα υπάρξει συνέχεια. Αγνωστο το μέλλον. Απρόβλεπτη η ζωή. Επιφυλάσσει εκπλήξεις, Άλλες φορές ευχάριστες, άλλες δυσάρεστες.

Σε αναμονή λοιπόν. Αναμονή εξελίξεων. Αναμονή σκέψεων. Αναμονή καταγραφής τους. Αναμονή …. διάθεσης. Αναμονή και υπομονή.

Καλό καλοκαίρι αγαπητοί μου φίλοι.

Δευτέρα 7 Ιουλίου 2008

ΜΗΛΙΩΚΑΣ


Ανήκε σε μια κατηγορία τραγουδοποιών που δεν μπορώ να πω ότι είναι η πρώτη προτεραιότητά μου όταν έρχεται η ώρα της επιλογής της μουσικής που θα ακούσω. Στην κατηγορία των «σατυρικών».

Ποιος δεν θυμάται το «Ποιμενικό ροκ» , το «Γκρέκο Μασκαρά» και άλλα τραγούδια του …… Πάνε πολλά χρόνια από τότε ….. με τις δημιουργίες του έκανε ένα ηχηρό πέρασμα από τον ουρανό των αστέρων, για να χαθεί λίγα χρόνια αργότερα (εκούσια?) και να παραμείνει μια χαμογελαστή και ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική ανάμνηση.

Όταν την πρωτογνώρισα, εντελώς αυτόματα, όσο μιλάγαμε στο τηλέφωνο, ένας στίχος του παραπάνω τραγουδοποιού ερχόταν στο μυαλό μου ….. «ερωτεύθηκα» και η συνέχειά του ….. «πάει, την έκανα λαχείο» ….. «τρεις οχτώ σαρανταδύο» ….

Αυτό ακριβώς αισθανόμουν. Την τρέλλα του ξαφνικού και απρόσμενου έρωτα. Την πλήρη παράδοση στο πρόσωπο που σου εμπνέει αυτά τα συναισθήματα.

«κρέμομαι στο τσιγκέλι σου μοσχαροκεφαλή!»

Της το έλεγα, μέσα στη συζήτησή μας πέταγα σκόρπιους στίχους από το τραγούδι. Γέλαγε. Ισως της άρεσε, η γυναικεία φιλαρέσκειά της μάλλον κολακευόταν.

Κάποια μέρα, μιλώντας το πρωί, λέγοντας την καθημερινή, σύντομη, αλλά τόσο γλυκιά «καλημέρα» μας….. της είπα «έχω δουλειά στο κέντρο, κατεβαίνω και για έναν ακόμη λόγο …. να βρω το τραγούδι του Μηλιώκα που σου ψιθυρίζω κάθε τόσο». Το βρήκα στο Μετρόπολις, ένα τελευταίο CD με τις μεγαλύτερες επιτυχίες του.

Το CD αυτό της το έδωσα στην πρώτη συνάντησή μας…… , μαζύ με άλλα, με μουσικές που μου άρεσαν εμένα, που πίστευα ότι θα τις άκουγε κι’ εκείνη μ’ ευχαρίστηση.

Ποιος να ξέρει τι να έγινε το CD αυτό. Μπορεί να το έχει ακόμα, μπορεί να το ακούει ίσως, μπορεί να γελάει με τη δική μου αφέλεια, μπορεί να το σχολιάζει με κάποιον άλλον, μπορεί κάτι τρυφερό να της θυμίζει, μπορεί να το έχει πετάξει σαν αδιάφορο ή αναμνηστικό μιας όχι τόσο ενδιαφέρουσας εποχής.

Εγώ αντίγραφό του έχω ακόμα. Δεν το ακούω όμως. Δεν χρειάζεται εξ άλλου. Οι στίχοι είναι τυπωμένοι μέσα μου.

Ερωτεύτηκα …. τρεις οχτώ σαρανταδύο ….. πάει την έκανα λαχείο …….


Στίχοι: Γιάννης Μηλιώκας
Μουσική: Γιάννης Μηλιώκας

Είδα όταν με κοίταξες τον ουρανό σφονδύλι
ποτέ μου δεν περίμενα τέτοια κατραπακιά
κι όταν με πρωτοφίλησαν τα δυό γλυκά σου χείλη
έπαθα ένα ταράκουλο που μου ‘φυγε η μαγκιά

Θα σου χαρίσω μάνα μου λαγούς με πετραχείλια
κότερα, αυτοκίνητα κι όλα τα μετρητά
χρυσαφικά κι ακίνητα σαράντα πέντε μίλια
τέσσερις ιπποπόταμους στα πόδια σου μπροστά

Ερωτεύτηκα, πάει την έκανα λαχείο
Ερωτεύτηκα, τρεις οχτώ σαρανταδύο
Ερωτεύτηκα, τέτοια μούρλα με λοφείο ξαφνικά
Ερωτεύτηκα, πάει την έκανα λαχείο
Ερωτεύτηκα, τρεις οχτώ σαρανταδύο
Ερωτεύτηκα, πάω για τρελοκομείο τελικά

Όσο περνάει ο καιρός η τρέλα δυναμώνει
στρατάρχη, δεκανέα μου δώσε διαταγή
πάρε και το σακάκι μου, σώβρακο, παντελόνι
κρέμομαι στο τσιγκέλι σου μοσχαροκεφαλή

Πέντε ελιές μπαγιάτικες, χωνάκι μορταδέλα
καψούρα και ξερό ψωμί, ρίξε μου και καμιά
κι αν το στομάχι σκούριασε και κάνει σαν προπέλα
αγάπη δίχως βάσανο δεν έχει νοστιμιά

Ερωτεύτηκα.......

Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

ΔΥΟ ΜΗΝΥΜΑΤΑ


Τα παρακάτω είναι δυο μηνύματα που της έστειλα πριν λίγον καιρό ...... καλυμμένα πίσω από το όνομα και την "προσωπικότητα" του γάτου μου, που τόσο πολύ της άρεσε και τον αγαπούσε. Ποτέ δεν απάντησε, ίσως ποτέ δεν τα διάβασε, τα απέρριψε χωρίς να ενδιαφερθεί για το περιεχόμενό τους. Υπερβολές δικές μου. Ας είναι καλά.......


Πάσχα 200....

Ομορφη και γλυκιά κυρία, καλησπέρα
Σου γράφω πρώτα πρώτα για να σου ευχηθώ καλό Πάσχα, σ' εσένα και στην οικογένειά σου.
Δεν ξέρω αν με θυμάσαι, αλλά μάλλον πρέπει. Είμαι ο γατούλης που, απ' ότι μου έχει πει το αφεντικό μου, μερικές φορές στολίζω την οθόνη του υπολογιστή σου. Είμαι πολύ περήφανος γι' αυτό, να είσαι wall paper στην οθόνη μιας τόσο γλυκιάς κυρίας, δεν είναι και λίγο.......
Ηθελα να σου στείλω μερικές φωτογραφίες μου, καινούργιες, μήπως σου αρέσει καμμία και θελήσεις να τη βάλεις κι' αυτή στον υπολογιστή σου. Σου στέλνω μία σήμερα. Ομως το αφεντικό μου μου λέει ότι έχεις χαθεί, έχεις εξαφανιστεί τελείως, δεν εμφανίζεσαι πουθενά, δεν απαντάς σε μηνύματά του, δεν βλέπεις τις καρτούλες που σου στέλνει, χάθηκες και από εκεί που γνωριστήκατε, εκεί που σε έβλεπε και καταλάβαινε ότι είσαι καλά, ότι περνάς καλά και ότι -ίσως- είσαι ευτυχισμένη....
Εχω καταλάβει ότι αυτός ο άνθρωπος ανησυχεί πολύ για σένα. Δεν ξέρει τι έχεις γίνει, αν είσαι καλά εσύ και οι γύρω σου, αν είσαι χαρούμενη όπως θα σε ήθελε εκείνος ..... Του φαίνεται περίεργο, πώς χάθηκες. Τι μπορεί να συνέβη? Γιατί απομονώθηκες?
Ξέρει βέβαια ότι εσύ επέλεξες να μην έχεις καθόλου επαφές μαζί του, και ξέρεις ότι εκείνος, όσο κι' αν δεν το θέλει, σέβεται την απόφασή σου. Εχει όμως πάντα την απορία "γιατί?" και στεναχωριέται πολύ που δεν θέλεις ούτε μια καλημέρα να έχετε. Για εκείνον είναι ανεξήγητη η απόφασή σου, εγώ όμως που είμαι γάτος, ίσως ξέρω τι συνέβη, υποψιάζομαι (και ίσως έχω και στοιχεία) για το τι σε έκανε να πάρεις την απόφαση αυτή, δεν του το λέω όμως, δεν θέλω να τον ταράξω, γιατί θα τον στεναχωρήσω ακόμα περισσότερο..... Θα τον κάνει να θυμωσει (όχι μ' εσένα βέβαια, με όποιον φταίει γι' αυτό), θα τον κάνει να ντραπεί πολύ απέναντί σου.....
Και είναι αλήθεια ότι στεναχωριέται πολύ, το ξέρω, τα ξέρω όλα, γιατί μου τα λέει όλα, τα βράδια, που κοιμόμαστε αγκαλιά. Κοιμόμαστε, μια κουβέντα είναι, ξαγρυπνάμε μάλλον μαζί ..... Εγώ πηγαίνω δίπλα του, κάτω από το πάπλωμα, κουρνιάζω στην αγκαλιά του και γουργουρίζω και εκείνος με χαϊδεύει σιωπηλός. Διαισθάνομαι όμως ότι σκέπτεται εσένα, τα όσα πριν αρκετό καιρό λέγατε, γελάγατε, θέλατε να ζήσετε και όσα ξαφνικά πήραν ένα απρόσμενο τέλος ......
Εμένα με βολεύει αυτή η κατάσταση. Ετσι έχω τα χάδια μου και τη θαλπωρή μου. Ομως δεν θέλω να είμαι άδικος, αφού εκείνος με φροντίζει και μ' αγαπάει πολύ. Δεν θέλω να τον εκμεταλλεύομαι. Να είναι στεναχωρημένος, για να περνάω καλά εγώ. Γι' αυτό σε παρακαλώ, αν θέλεις, στείλε του ένα μήνυμα. Κάτι για να ξέρει ότι είσαι καλά. Και ότι δεν σου συμβαίνει κάτι κακό. Ισως και ότι τον σκέπτεσαι, πού και πού, έστω και λίγο.
Αν δεν θέλεις να στείλεις μήνυμα σ' εκείνον, στείλτο σ' εμένα. Θα του το μεταβιβάσω εγώ ....... όπως και νάχει, θα ευχαριστηθεί πολύ όταν μάθει ότι είσαι καλά, ότι τα προβλήματά σου μειώθηκαν ή εξαφανίστηκαν πια, ότι είσαι ευτυχισμένη επιτέλους.......... Αλλά κι' αν -ο μη γένοιτο- δεν είσαι και τόσο καλά, να ξέρεις, μου έχει πει, ότι είναι πάντα κοντά σου, έτοιμος να βρεθεί ξανά δίπλα σου, να προσπαθήσει να σε στηρίξει και να σε βοηθήσει σε όποια δυσκολία σου.
Σου στέλνω κι' ένα δικό μου, τρυφερό γουργουρητό, ελπίζοντας πως κάποια μέρα ίσως μπορέσω να αισθανθώ το τρυφερό σου χάδι στην απαλή γούνα μου .....
Ο γατούλης ΧΧΧΧ

Μήνυμα 2 (Καλοκαίρι του ίδιου χρόνου)

Ομορφη και γλυκιά κυρία, καλημέρα
Ελπίζω να με θυμάσαι, πέρασε αρκετός καιρός από τότε που σου έστειλα το τελευταίο μήνυμά μου, Πάσχα ήταν ..... αν και δεν μου απάντησες, ξέρω ότι μπορεί να με σκέπτεσαι λίγο. Είμαι ο γατούλης, ο ΧΧΧΧ, αυτός που σου άρεσε παλιά και τον αγαπούσες.....
Σου γράφω για να σου ευχηθώ χρόνια πολλά για τη γιορτή σου, σε λίγες μέρες. Ο κύριός μου, τον υπολογιστή του οποίου χρησιμοποιώ για να σου στείλω τις ευχές μου, δεν θα είναι εδώ την επόμενη εβδομάδα. Θα λείπει σε άδεια. Και γι' αυτό βιάζομαι λίγο να σου ευχηθώ..... Να σου ευχηθώ ό,τι καλύτερο για σένα και την οικογένειά σου. Να σου ευχηθώ χρόνια ευτυχισμένα, χωρίς προβλήματα, με πολύ αγάπη από όπου και προς όπου εσύ θέλεις .....
Δεν ξέρω αν θα διαβάσεις αυτό το μήνυμά μου. Δεν ξέρω αν διάβασες και το προηγούμενο, εκείνο που σου έστειλα το Πάσχα. Σου είχα στείλει και μια φωτογραφία μου. Θέλω να κάνω το ίδιο τώρα, με την ελπίδα ότι ακόμα σου αρέσω και θέλεις να με βλέπεις στον υπολογιστή σου.
Ξέρεις ..... δεν σου γράφω από το σπίτι μου πια! Δεν είμαι καλά ...... Είμαι στο .... νοσοκομείο! Και είμαι πολύ σοβαρά...... Πριν λίγες μέρες είχα ένα ατύχημα .... με χτύπησε αυτοκίνητο, μου έσπασε το πόδι μου σε δυο σημεία. Είναι πολύ δύσκολο να κολλήσει, τα αφεντικά μου με εμπιστεύτηκαν στο γιατρό. Ελπίζουν, αλλά δεν είναι σίγουροι. Κι' εγώ ελπίζω ότι θα γίνω καλά, να συνεχίσω να τρέχω και να παίζω ανέμελος, όπως παλιά. Και να χαρίζω χαρά και γέλιο σ' όσους με αγαπάνε, είσαι κι' εσύ μια απ' αυτούς.....
Για τον κύριό μου δεν σου γράφω τίποτα, δεν χρειάζεται άλλωστε, αφού μάλλον δεν σε ενδιαφέρει καθόλου τι κάνει.
Εκείνος σε σκέφτεται, σε περιμένει, σε θέλει .... αλλά εσύ διάλεξες να μείνεις μακριά του, κι' εκείνος το σέβεται και δεν σε ενοχλεί. Ελπίζει μόνο ότι κάποια στιγμή θα αλλάξεις γνώμη.
Και πάλι σου στέλνω τις καλύτερες ευχές μου. Κι' ένα τρυφερό γουργουρητό (αν και πονάω ....) Μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη? Θα μου έκανε πολύ καλό μια μικρή απάντησή σου, μια ευχή για καλή ανάρρωση από εσένα ..... θα μου την αρνηθείς κι' αυτήν?
Ο (τραυματισμένος) γατούλης

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Ο ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ


Τον «γνώρισα» μαζύ της. Από την πρώτη στιγμή που μιλήσαμε, μου είπε πώς είναι τα πράγματα στο γραφείο της. Η πίεση που υφίσταται καθημερινά. Εργασιακή και …. «άλλη» …… Δουλειά, παραξενιές, ενοχλήσεις διάφορες ….. Μέσα σε όλα ….. και μια σχεδόν εύθυμη νότα.

Ο συνάδελφος Αντώνης ….. κρυφά ή μάλλον φανερά ερωτευμένος μαζύ της. Ευγενικός, διακριτικός, από τις περιγραφές και διηγήσεις της σχεδόν «γραφικός» …..

Μας φάνηκε χρήσιμος κάποια στιγμή. Όταν εκείνη βρέθηκε να κρατάει ένα λουλούδι και κάποια CDs δικά μου ….. «δώρο του Αντώνη» …. δικαιολογήθηκε……

Ακίνδυνος ο Αντωνάκης, καμμιά απειλή για κανέναν.

Ούτε εγώ αισθάνθηκα απειλή. Ηταν «δική» μου, δεν με πείραζε ο θαυμασμός των άλλων …. κολακευόμουν κιόλας …. είχα αυτό που ποθούσαν άλλοι …. που δεν θα είχαν ποτέ …..

Στη δεύτερη φάση της γνωριμίας μας, στον «δεύτερο κύκλο» μας … ο Αντώνης έγινε λίγο, πολύ λίγο, πιο αδιάκριτος……. ήθελε να μένουν μαζύ αργά και να μιλάνε …. ποτέ δεν έπαιρνε (φαίνεται) το θάρρος να προχωρήσει τη συζήτηση, να της εκφράσει τα πραγματικά του αισθήματα, να προτείνει κάτι, μια συνάντηση εκτός δουλειάς …..

Εκείνη, μιλώντας μαζύ μου στο τηλέφωνο, του έκοψε τον αέρα αμέσως …. «δεν μπορώ τώρα Αντώνη, θέλω να μιλήσω στο τηλέφωνο» ….. 3 μέτρα ψηλός αισθάνθηκα. Για μένα … για να μιλήσει μαζύ μου ….. έδιωξε (λίγο απότομα) τον κακομοίρη συνάδελφο.

Ημουν ο δικός της. Ο άνθρωπός της. Η σχέση της. Που ήθελε να συζητήσει. Σοβαρά και αστεία. Προβλήματα και όνειρα. Συνηθισμένα και …. πονηρά.

Αισθάνθηκα οίκτο για τον συνάδελφό της. Αλλά η χαρά μου δεν με άφησε να ασχοληθώ περισσότερο με την περίπτωσή του.

Αλαζονεία το λέω τώρα. Ημουν «καλύτερος» από εκείνον. Εκείνος ποθούσε βουβά. Εγώ «είχα» ….. Αυτό που δεν μπορούσε εκείνος το είχα κατακτήσει εγώ.

Θεία δίκη όμως …. η χαρά μου δεν κράτησε πολύ. Και όταν οι «θεοί» τιμωρούν …. τιμωρούν παραδειγματικά.

Εφτασα να τον ζηλεύω …. γιατί?

Γιατί εκείνος ήταν πάντα κοντά της. Γιατί την έβλεπε (και τη βλέπει) καθημερινά. Γιατί τώρα πια μπορεί να «μιλάνε». Ποιος ξέρει κι’ αν δεν βρήκε το θάρρος να κάνει το βήμα? Και ποιος ξέρει αν κι’ εκείνη δεν βρέθηκε στην ανάγκη μιας τρυφερής παρουσίας κοντά της ?….. Υπερβάλω, το πιθανότερο να μη συνέβη τίποτα. …..

Αλλά ήταν τα γενέθλιά της …… εγώ βουβός, αδύναμος, φιμωμένος από επιθυμία της, να τη σκέφτομαι και να της εύχομαι από μακριά ….. χωρίς λόγια, χωρίς καμμιά επικοινωνία, μόνο με τη δύναμη του μυαλού μου. Εκείνος κοντά της, να μπορεί να της ευχηθεί, να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει, έστω τυπικά, να της κάνει δώρο, να γευτεί το κέρασμά της ….

Ηταν και η γιορτή του … του Αγίου Αντωνίου ….. ζήλεψα το φιλί που θα του έδωσε …. τα ζεστά «χρόνια πολλά» που θα του είπε….. ήρθε και η δική μου γιορτή …. πολλοί μου είπαν χρόνια πολλά, αλλά εκείνη ούτε που θυμήθηκε ότι κάποιος που βρέθηκε κάποιες στιγμές τόσο κοντά της γιόρταζε και περίμενε με αγωνία τις ευχές της.

Με πίκρα σκέφτομαι πως …. ήθελα να είχα γνωρίσει και από κοντά τον Αντώνη. Ηθελα να τον ήξερα στην όψη, ίσως καλύτερα θα ήταν να μας είχε συστήσει. Γιατί ήθελα να είχα τη δυνατότητα να πάω να τον βρω τώρα, να του πω ποιος είμαι … Ποιος είμαι? Ενας «συνάδελφός» του …. ερωτευμένος με τη ίδια μ’ εκείνον γυναίκα. Να μάθω νέα της απ’ το στόμα του. Να τα πούμε σαν φίλοι, να πιούμε ένα ποτό μαζύ και να πούμε τον πόνο μας.

Στην υγειά της, «συνάδελφε» ……

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008

ΠΟΡΤΟΥΛΕΣ ΜΟΥ

Κάποια άψυχα πράγματα μπορούν να γίνουν σημαντικά για μας. Από το τίποτα. Και για το τίποτα. Και να σημαίνουν τα πάντα.

ΠΟΡΤΑ 1

Στην αρχή της γνωριμίας μας … όταν δεν σε είχα δει ακόμα. Όταν μιλάγαμε. Και στο τηλέφωνο. Είχε φτάσει πια η στιγμή να βρεθούμε. Οι μέρες ήταν περίεργες, γεμάτες απασχόληση και για τους δυο μας. Η επιθυμία όμως αμοιβαία και έκδηλη.

Βρέθηκα λίγες μέρες στο εξοχικό μου. Μιλούσαμε μέσα από τα κινητά (θυμάσαι; επέμενες να με παίρνεις κι’ εσύ κάποιες φορές, για να μη χρεώνομαι μόνο εγώ!)

Σου τηλεφώνησα και μέσα από το σπίτι – τι θράσος! Μου είπες να μιλήσουμε το απογευματάκι, όπως είχαμε κανονίσει τις προηγούμενες μέρες. Μετά από ώρες που μου φάνηκαν αιώνες, έφτασε η πολυπόθητη στιγμή. Βγήκα από το σπίτι και έψαξα χώρο να σταματήσω για να σου μιλήσω. Βρήκα, λίγο πιο πέρα. Μια πόρτα. Γκαραζόπορτα. Με αρκετό χώρο για να παρκάρω με ασφάλεια το αυτοκίνητο.

Μιλήσαμε. Μισή ώρα, ίσως και παραπάνω. Ημουν ανυπόμονος να σε συναντήσω. Ησουν γλυκιά και τρυφερή ….. Θέλαμε κι’ οι δυο …..

Πέρασε ο καιρός, ήρθαν τα πάνω κάτω. Επαψες να με θέλεις, ξαφνικά. Και επίμονα.

Η πόρτα στη θέση της. Πάντα στο δρόμο μου προς το χωριό. Πάντα τη βλέπω και αναστενάζω, μεγαλόφωνα ή βουβά.

Αναπολώ την εποχή που είχα το δικαίωμα να σου μιλάω, να σε παίρνω τηλέφωνο και να ακούω τη γλυκιά, απαλή φωνή σου. Το πνιχτό γέλιο σου. Να κάνουμε μαζύ όνειρα.

Μου το στέρησες το δικαίωμα αυτό Παρά τις όσες προσπάθειες έχω κάνει.

Περνάω από τη Πόρτα μου και αναστενάζω …….

….. Πορτούλα μου! ……….

ΠΟΡΤΑ 2

Κι’ όμως ξαναγύρισες. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί. Αλλά γύρισες πάλι. Και ήσουν, για λίγο, πάλι δική μου.

Τελευταία φορά που σε είδα. Κοντά στη δουλειά σου. Είχαμε δώσει ραντεβού για να πάρουμε το καινούργιο σου κινητό, θυμάσαι?

Σε συνάντησα έξω από το γραφείο σου. Με πήρες τηλέφωνο για να με προειδοποιήσεις, να μη σε αγγίξω, να μη σε φιλήσω στο δρόμο, φοβόσουν μη σε δει κανείς …… Συμμορφώθηκα, με κόπο …. περπατούσαμε μαζύ …. αλλά ένιωθα άβολα, ήθελα να σε σφίξω στην αγκαλιά μου. Το κατάλαβες, πάντα καταλάβαινες τις ανάγκες μου. Εκεί που περπατούσαμε …. χώθηκες ξαφνικά σε μια είσοδο πολυκατοικίας! Στάθηκες μπροστά στην εξώπορτα και με κοίταξες με χαμόγελο. Ανταποκρίθηκα, ήρθα κοντά σου, σε έλιωσα στην αγκαλιά μου ….. ρούφηξα τα χείλη σου …. θυμάσαι, το κραγιόν σου μου λέρωσε τον άσπρο γιακά του πουκάμισού μου ….. στεναχωρέθηκες, προβληματίστηκα αν θα έβγαινε, αλλά μέσα μου ήθελα να μείνει για πάντα εκεί, απόδειξη και ανάμνηση του φιλιού σου (έφυγε με λίγο νεράκι αργότερα, ευτυχώς …. ή δυστυχώς!).

Μείναμε λίγη ώρα, μπροστά από εκείνη την πόρτα. Πολλά είπαμε, πολλά κάναμε …. για πρώτη φορά μαζύ σου, ξεπέρασα τον εαυτό μου και τις αναστολές μου και έγινα λίγο πιο τολμηρός, κάτι που έπρεπε να είχα κάνει από την πρώτη στιγμή.

Χωρίσαμε μετά από μερικά λεπτά. Χωρίς πάλι να σε αγκαλιάσω, να σε φιλήσω. Δεν ήξερα τότε ότι ήταν η τελευταία φορά που σε έβλεπα. Δεν ήξερα ότι μια δυο μέρες μετά ….. θα σε έπιανε η ακατανόητη τάση απομόνωσης από εμένα. Αυτή τη φορά για πάντα.

Θυμάμαι όταν πέρασες τη λεωφόρο για να επιστρέψεις στη δουλειά σου ….. στεκόμουν και σε κοιτούσα. Σου φώναζα βουβά «Γύρνα, γύρνα …….» Και με άκουσες. Και γύρισες και με χαιρέτησες και πάλι με το χέρι σου κι’ ένα πλατύ χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο είναι το τελευταίο που θυμάμαι από σένα.

Όταν κατεβαίνω στο Κέντρο για δουλειές, το λεωφορείο περνάει ακριβώς μπροστά από εκείνην την πόρτα …… απαραίτητος και αβίαστος βγαίνει ο αναστεναγμός, καμμιά φορά και εις επήκοον των συνεπιβατών ……

….. Πορτούλα μου!..........

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

ΣΤΟ ΜΕΤΡΌ


Κατέβηκα στο κέντρο χθες. Με το μετρό φυσικά. Τι εξυπηρετικό που είναι!

Κάθισα στις αντικριστές θέσεις ….. Μια και η διαδρομή είναι όλη υπόγεια (σε αντίθεση με τον παλιό, καλό κι’ αυτόν, «ηλεκτρικό») …. δεν υπάρχει κάτι ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς στην τροχιά του τρένου και το μάτι περιπλανήθηκε στους χώρους του βαγονιού. Απέναντί μου ακριβώς, ξεχώριζε μια καινούργια διαφήμιση εταιρείας παπουτσιών.

Μια πολύ όμορφη γυναίκα, καθισμένη ανέμελα σε μια καρέκλα σκηνοθέτη. Φορούσε ένα αέρινο λευκό φόρεμα, που της έδινε περίσσια θηλυκότητα, και …. πάνινα παπούτσια, που χάλαγαν όλη την αριστοκρατική εικόνα της, την λεπτή ομορφιά της.

Απέσυρα το βλέμμα μου προσωρινά, για να διαπιστώσω ότι από μόνο του επανήλθε στη φωτογραφία …… Ηταν πράγματι τόσο όμορφη η γυναίκα?

Ηταν αλλά …..

…. αλλά δεν δικαιολογούσε και την τρίτη φορά που τα μάτια μου σταμάτησαν την άσκοπη περιπλάνησή τους στο χώρο του βαγονιού και εστίασαν και πάλι στην αφίσα.

…..πολύ δε περισσότερο την τέταρτη, την πολλοστή. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί με τράβαγε τόσο πολύ η εικόνα της γυναίκας αυτής στη φωτογραφία. Ομορφη, σίγουρα, κομψή, χαμογελαστή …. αλλά γιατί τόση επιμονή? Δεν έμοιαζε σε κάποια, δεν θύμιζε κάποια ή κάτι ……

…. θύμιζε? Κάτι …. κάτι πάνω της ….. μου ήταν οικείο. Κάτι δονούσε χορδές μέσα μου ….. κάτι που το μάτι δεν ξεχώριζε, αλλά ο εγκέφαλος, το υποσυνείδητο ίσως, αποκωδικοποιούσε και έκανε ιδιαίτερα αρεστό.

Συγκεντρώθηκα περισσότερο πάνω της …. ανέλυσα τα χαρακτηριστικά. Τι είπα πριν? «Ομορφη, κομψή, χαμογελαστή ….» …… Ναι, αυτό ήταν …. τώρα το κατάλαβα. Το χαμόγελό της!

Το χαμόγελο της Χ ! Όπως το θυμάμαι ζωντανό από τις λίγες συναντήσεις μας. Όπως το έχω αποτυπωμένο στις επίσης ελάχιστες φωτογραφίες της που έχω, που μου εμπιστεύθηκε όταν ακόμα με ήθελε.

Μεγάλο, πλατύ, ζεστό χαμόγελο. Σαρκώδη χείλη (για φίλημα!), ολόλευκη, αψεγάδιαστη οδοντοστοιχία. Με μια δόση μελαγχολίας, που έκανε το πρόσωπό της ακόμα πιο ενδιαφέρον, πιο θελκτικό. Και μια μικρή υπόνοια μυστηρίου να πλανάται στις άκρες των χειλιών της.

Όλα αυτά τα είχε η άγνωστη γυναίκα της διαφήμισης. Όλα αυτά ήρθαν και ξύπνησαν μνήμες που ποτέ δεν κοιμήθηκαν. Που περιμένουν το παραμικρό «κέντρισμα» για να σηκωθούν από την καταστολή τους, να κυριέψουν νου και σώμα, σαν να μην έφυγαν ποτέ. Και πώς να φύγουν? Χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που τα μάτια μου είδαν ζωντανό το χαμόγελο. Καρφωμένο όμως στη μνήμη. Ανεξίτηλα. Με αρωγούς και ακοίμητους υπενθυμιστές τις φωτογραφίες της, που το χαμόγελό της δίνει λάμψη στον περιβάλλοντα χώρο.

Θα το ξαναδώ άραγε κάποτε αυτό το χαμόγελο? Να σκορπίζει χαρά, αισιοδοξία, ζεστασιά …. σ’ όλον τον κόσμο που το αντικρίζει, μα περισσότερο σ’ εμένα, αν τύχαινε εγώ να ήμουν η αιτία της ύπαρξής του?

Ονειρα πάλι ….. κι’ αφού δεν ζούμε σ’ έναν κόσμο ονειρικό, αλλά στην πραγματικότητα ….. Τέλος.

ΥΓ …. Η φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση αυτή δεν είναι τυχαία. Είναι η ίδια η φωτογραφία, από τη διαφήμιση που προκάλεσε τους συνειρμούς μου …… Αποδεικτικό στοιχείο της ζεστασιάς εκείνου του χαμόγελου……..