Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

ΕΝΑ ΒΡΟΧΕΡΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ


(φανταστικό)

Δεν φαινόταν ο καιρός. Με ήλιο ξημέρωσε. Λαμπερό και ζεστό, ανυψωτή του φρονήματος και σκανδαλιστή της διάθεσης. Όλα έμοιαζαν τέλεια.

Βρεθήκαμε στις δουλειές μας. Ο καθένας με το πρόγραμμά του. Φορτωμένο και των δυο. Με τη σκέψη όμως ο ένας στο άλλον. Με τη γλυκιά προσμονή του τέλους της δουλειάς, της απογευματινής ή βραδινής συνάντησης. Του φιλιού που θα τη σφράγιζε. Της ζεστασιάς που θα πλημμύριζε το είναι και των δυο μας.

Στα μικρά και σύντομα διαλείμματα το τηλέφωνο υπενθυμίζει τη χαρά. Ένα «γεια σου, είσαι καλά?» …… «έχεις πολύ δουλειά?» ….. «σε πιέζουν πολύ?» ….. απλές καθημερινές ερωτήσεις …. που δεν περιμένουν απαντήσεις, αλλά μόνο το άκουσμα της φωνής, το χάϊδεμα των αυτιών και της ψυχής από το λόγο της αγαπημένης ύπαρξης.

Τελειώνει όμως η εργάσιμη μέρα. Εγώ, όπως πάντα, μη έχοντας να δώσω λογαριασμό σε πολλούς (κανέναν?) …. χαλαρός και έτοιμος για αναχώρηση. Εσύ …. πιεσμένη, μέχρι να φύγουν όλοι και να ηρεμήσεις λίγο, πριν φύγεις κι’ εσύ για το σπίτι σου.

Κοιτάζω από το παράθυρό μου ….. πού πήγε ο ήλιος? Δεν υπάρχει πουθενά. Η λάμψη του χάνεται και αυτή σιγά σιγά. Σκοτεινά σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό. Οσο πάει και σκοτεινιάζει περισσότερο. Είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα βρέξει και θα βρέξει πολύ.

Σε σκέφτομαι …. δεν θέλω να σε ανησυχήσω όμως, δεν σε παίρνω τηλέφωνο. Τα είπαμε πριν λίγο εξ άλλου.

Σηκώνομαι και παίρνω την ομπρέλα που έχω πάντα στο γραφείο μου, για ώρα ανάγκης …… όπως τώρα. Όχι από τις μικρές, τις σπαστές. Μεγάλη, με ξύλινο μπαστούνι ….. «για δύο» …. όπως με χαμόγελο σκέφτομαι …..

Δεν παίρνω το αυτοκίνητο. Περνάω το δρόμο και παίρνω το λεωφορείο. Ετσι κι’ αλλιώς έξω από τη δουλειά σου σχεδόν κάνει στάση.

Στη διαδρομή πέφτουν οι πρώτες χοντρές στάλες στα τζάμια. Δεν αργούν να γίνουν μπόρα. Χαμογελάω. Είχα δίκιο ……

Εφτασα. Κατεβαίνω, ανοίγοντας την ομπρέλα. Τη χτυπάνε δυνατά οι βαριές στάλες. Στο δρόμο έχουν αρχίσει να σχηματίζονται τα πρώτα ρυάκια, κάπου κάπου αρκετά ορμητικά.

Φτάνω μπροστά στην είσοδο της δουλειάς σου. Ο κόσμος λιγοστός βγαίνει και εκπλήσσεται με τη δύναμη της βροχής. Ψάχνει τρόπους να προφυλαχτεί, απροετοίμαστος όπως είναι. Κάποιοι κοιτούν με ζήλεια την ομπρέλα μου.

Δεν αργείς. Κατεβαίνεις …… το ίδιο έκπληκτη και προβληματισμένη κι’ εσύ. Δεν με βλέπεις. Πας να βγεις στη βροχή. Πλησιάζω και προτείνω την ομπρέλα μου πάνω από το όμορφο κεφαλάκι σου …. ούτε σταγόνα δεν σε ακουμπάει. Εκπληκτη γυρνάς και με κοιτάς ….. χαμογελάς, αλλά ….. με μαλώνεις:

«Γιατί ήρθες, γιατί βράχηκες, δεν είχαμε ραντεβού …. το βράδυ θα βρισκόμασταν…..Δυο βήματα είναι το σπίτι μου …… »

«Ηθελα νάρθω. Ηθελα να σε πάω μέχρι το σπίτι σου. Να σε κρύψω από τη βροχή κάτω από την ομπρέλα μου …. Να αισθανθώ το κορμάκι σου σφιγμένο πάνω στο δικό μου. Το χέρι σου να κρατά σφιχτά το μπράτσο μου. Να ακούσω τα βήματά σου πάνω στο βρεγμένο πλακόστρωτο. Να σε αφήσω στην είσοδο της πολυκατοικίας σου. Μ’ ένα φιλί. Κι’ ένα μεγάλο χαμόγελο ικανοποίησης στα χείλη. Να φύγω με κλειστή την ομπρέλα, μέσα στην πυκνή βροχή και να χορεύω και να τραγουδάω πλατσουρίζοντας στο δρόμο, σαν άλλος Gene Kelly ..... Im singing in the rain, what a glorious feelin’...... Όπως έφευγα από το γραφείο μου τότε που σε πρωτογνώρισα, που δεν σε είχα συναντήσει όμως ακόμα … και σου έγραφα τα συναισθήματά μου και τη …. χορευτική διάθεση που μου προκαλούσες στη βροχή…… Γι’ αυτό ήρθα……»

…… Τίποτα απ’ αυτά δεν σου λέω …. τα σκέφτομαι μέσα μου.

«Βρέχει» σου απαντάω και σε σφίγγω πιο κοντά μου.


Και τίποτε απ’ αυτά δεν είναι πραγματικότητα. Πλάσματα της φαντασίας μου. Φαντασιώσεις μου μέσα στη μέρα (και ο ήλιος λάμπει, ψέμα και ο καιρός)

Ούτε βρέχει

Ούτε θα μπορούσα να έρθω

Ούτε θα ήθελες να με δεις εκεί

Ούτε θα καταλάβαινες το γιατί ήρθα

Ούτε θα ήθελες να καταλάβεις.

Ούτε είμαστε μαζύ

Δεν υπάρχουν σχόλια: